Θωμάς Λευθέρης

Κώστας Λάνταβος – Η Λάρισα εντός μου

Ο Λαρισαίος ιατρός και ποιητής γράφει σε πρώτο πρόσωπο για τις «Θεσσαλικές Επιλογές»

Γεννήθηκα στην Τερψιθέα του Δήμου Λαρισαίων, ένα τσιγάρο δρόμο από το κέντρο της πόλης. «Το πιο θλιβερό χωριό του κάμπου», όπως γράφει ο Καραγάτσης στο «Συνταγματάρχη Λιάπκιν». Έζησα μόνον έξι χρόνια εκεί, καθώς η οικογένεια μετακόμισε στη Λάρισα, στα Ταμπάκικα, στους Αμπελόκηπους ή «συνοικία των ευγενών» σύμφωνα με την ειρωνική και σκωπτική προσφώνηση των καθωσπρέπει αστών.

Από την Τερψιθέα διατηρώ πέντε έξι θολές εικόνες: Ένα πρωινό μες στην καλύβα όπου γεννήθηκα να τρώω τραχανά ως πρωινό, το γάλα το ανακάλυψα στη Λάρισα… Ένα μεσημεριανό με τη μάνα μου σ’ ένα χωράφι να μαζεύει στάχυα, μία φορά με τον μεγάλο μου αδερφό να φυλάει τις θημωνιές από άρπαγες ή πιθανούς εμπρηστές, μια ακόμα μαζί του να παίζει με τους φίλους του μερμέρια (βώλους) και μια που θυμάμαι ζωηρά, όταν η αδερφή μου – μη έχοντας πού να με αφήσει – με πήρε μαζί της στο σχολείο και η δασκάλα της, η Άννα Σπυροπούλου με πήρε απ’ το χέρι, με πήγε στο κοντινό περίπτερο και μου αγόρασε μια σοκολάτα, την πρώτη της ζωής μου. Φαντάζεστε την έκπληξή μου και την ευτυχία μου εκείνη τη στιγμή! Δεν ήξερα καν την ύπαρξη της σοκολάτας! Είναι η πιο έντονη ανάμνησή μου από τα χρόνια της Τερψιθέας. Πόση ευγνωμοσύνη διατηρώ ακόμα και σήμερα για την υπέροχη εκείνη Δασκάλα!

Αναπόφευκτα λοιπόν πάντοτε λογάριαζα τη Λάρισα ως γενέθλιο τόπο, αφού στη Λάρισα άρχισα να συνειδητοποιώ σιγά-σιγά γεγονότα και καταστάσεις, τον Άνθρωπο ως οντότητα, και να συγκροτείται εντός μου ο πρώτος μου μικρόκοσμος μέσα στον οποίο θα μεγάλωνα και ο οποίος θα με διαμόρφωνε εν πολλοίς ως προσωπικότητα. Έτσι, τα πρώτα χρόνια της ζωής μου περιορίζονταν μόνον στα Ταμπάκικα. Όλος μου ο ορίζοντας, όλος μου ο κόσμος άρχιζε και τελείωνε εκεί.

Μετά μπήκε στη ζωή μου ο λόφος του Φρουρίου με το 2ο Δημοτικό Σχολείο, τον Άγιο Αχίλλιο και το εντυπωσιακό Ρολόι, που τότε μου φαινόταν ουρανοξύστης του Μανχάταν. Στην εφηβεία μπήκε στην καθημερινότητά μου και το 1ο Γυμνάσιο Αρρένων, και «κατά τας Κυριακάς και εορτάς» η Κεντρική Πλατεία, η Πλατεία Ταχυδρομείου με το Συντριβάνι και ενίοτε το άλσος του Αλκαζάρ για το Κυριακάτικο παιγνίδι του «Ηρακλή» με τον «Λαρισαϊκό», τον «Άρη» ή τον «Τοξότη». Και βέβαια όλα αυτά τα ξεπερνούσε σε αίγλη η μεγάλη ατραξιόν του έτους, το μέγα πολυθέαμα, το Παζάρι της Λάρισας.

* * *

Η πόλη που πρωτοθυμάμαι ήταν περισσότερο μια λασπούπολη με λίγους ασφαλτοστρωμένους δρόμους στο κέντρο-κέντρο, γύρω απ’ τις πλατείες. Στα Ταμπάκικα δίναμε καθημερινές μάχες με τις λάσπες με σταθερά χαμένους εμάς, τους πιτσιρικάδες, που «τις τρώγαμε» απ΄ τις μανάδες μας, αφού γυρίζαμε καταλασπωμένοι.

Στο τέλος της δεκαετίας του ΄50 και στις αρχές του ΄60 μπήκαμε στον πολιτισμό της ασφάλτου, ξεφύγαμε απ’ τη λάσπη. Γνωρίσαμε την πολυτέλεια της παγονιέρας, εισέβαλε στη ζωή μας το ραδιόφωνο που γλύκανε τη φτώχεια μας με Καζαντζίδη και Μανώλη Αγγελόπουλο. Οι πιο πολλοί είχαμε και ποδήλατο, το πρώτο όχημα της ζωής μας. Ραδιόφωνο και ποδήλατο αποτελούσαν τότε τα πρώτα σημάδια κοινωνικής ευμάρειας.

Όλα άλλαζαν σιγά-σιγά, οι τρόποι, οι συμπεριφορές, μόνον τα κτήρια έμεναν ίδια. Παλιά σπίτια, μονώροφα, ταλαιπωρημένα από τα χρόνια, τους πολέμους, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Σπίτια περήφανα ή ταπεινά, ανάλογα με το «έχος» του νοικοκύρη, που στέγαζαν όνειρα, ελπίδες, έρωτες, πίκρες και καημούς, μα που πάντα πρόσφεραν θαλπωρή και ασφάλεια. Εδώ ήρθε και πρώτο ερωτικό σκίρτημα που σύντομα έγινε ο πρώτος έρωτας. Δεκάξι εγώ, δεκαπέντε εκείνη και πιο τολμηρή, καθώς οι γυναίκες ωριμάζουν νωρίτερα. Τρία χρόνια κράτησε. Τελειώνοντας το Λύκειο, εγώ έφυγα για σπουδές στην Αθήνα, εκείνη έμεινε πίσω. Μαζί της έμεινε πίσω και ο έρωτας, αφού η απόσταση δεν ευνοεί μάλλον τους νεανικούς έρωτες…

* * *

Το φθινόπωρο του 1967 εγκαταστάθηκα στην Αθήνα και την 1η Νοεμβρίου γράφτηκα στην Ιατρική Σχολή. Πήρα το πτυχίο μου την 31η Οκτωβρίου του 1973. Τι σύμπτωση, έξι ακριβώς χρόνια, ούτε μία μέρα παραπάνω! Όσα απαιτούσαν και οι σπουδές στην ιατρική επιστήμη. Η γενιά η δική μου ήταν η άτυχη γενιά. Με τη Χούντα μπήκαμε στο πανεπιστήμιο, με τη Χούντα τελειώσαμε. Τα πρώτα χρόνια δύσκολα, μες στη σιωπή και στον φόβο. Εκεί που ονειρευόμασταν ακαδημαϊκές ελευθερίες, διακίνηση ιδεών και φοιτητικές διεκδικήσεις, μας ήρθε μαύρη καταχνιά. Στο πέμπτο έτος μόνο επέτρεψε η δικτατορία φοιτητικές συνελεύσεις γιατί νόμιζε πως θα τις ελέγξει, αλλά δεν μέτρησε σωστά το ηφαίστειο που κόχλαζε στις τάξεις της φοιτητικής νεολαίας, και της προέκυψαν τα γεγονότα της Νομικής και μετά το Πολυτεχνείο που σήμανε και την αρχή του τέλους της. Με τις πρώτες δειλές συνελεύσεις και ύστερα με την κατάληψη της Νομικής νιώσαμε κι εμείς φοιτητές με αγώνες και διεκδικήσεις, κυρίως τη διεκδίκηση για την αποκατάσταση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος. Κι αυτό λίγο δεν ήταν. Ήμασταν η Γενιά του Πολυτεχνείου που καταπλακώθηκε για πολλά χρόνια από τη Χούντα, αλλά και που εντέλει της έλαχε και ανέλαβε το ιστορικό χρέος να τη ρίξει. Και τα κατάφερε. Βεβαίως η γενιά μας έχει μεγάλο μέρος ευθύνης για πολλές στρεβλώσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, με κυριότερη την υποθήκευση του οικονομικού μέλλοντος των παιδιών μας.

Όταν επέστρεφα για ολιγοήμερες διακοπές στη Λάρισα για να ιδώ κυρίως τους δικούς μου ανθρώπους «δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον», δεν πρόσεξα κατά πως λέγει ο Αλεξανδρινός γέρων πως «μεγάλα κ΄ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη». Ο Καβάφης χρησιμοποιεί μεταφορικά τη λέξη τείχη. Εγώ ομιλώ για πραγματικά τείχη, για τοίχους, για κτήρια…

Αυτά τα «τείχη»-κτήρια, δηλαδή τις γκρίζες, ψυχρές, απρόσωπες, αφιλόξενες πολυκατοικίες τις πρόσεξα για τα καλά αμέσως μετά την οριστική εγκατάστασή μου στη Λάρισα. Σε μια δεκαετία κιόλας, στη δεκαετία του ΄70 η Λάρισα της μονοκατοικίας είχε σχεδόν μεταβληθεί σε μιαν ανελέητη τσιμεντούπολη, που συνεχώς άπλωνε φυγόκεντρα τα πλοκάμια της. Ο πλούτος του κάμπου γινόταν μπετόν-αρμέ κι αλουμινένια πορτοπαράθυρα. Οι αυλές με τα τριαντάφυλλα, τα γαρύφαλλα, τις ντάλιες και τα γιασεμιά εξαφανίστηκαν και τη θέση τους πήραν στενόχωρες βεράντες με πρωτόγνωρα φυτά θερμοκηπίου. Οι «καλημέρες» μεταξύ γειτόνων λιγόστεψαν, αφού οι γείτονες κλείστηκαν στα κλουβιά-διαμερίσματα των πολυκατοικιών. Η Λάρισα ήταν ήδη μια σύγχρονη μεγαλούπολη με όσα αυτό συνεπάγεται: ρύπανση, καυσαέρια, θόρυβος και, το χειρότερο, αποξένωση…

Αλλά η Λάρισα, όπως και κάθε πόλη, δεν είναι μόνον κτήρια, δεν είναι μόνον οι πολυκατοικίες, οι δρόμοι και οι πλατείες. Η Λάρισα, όπως και κάθε πόλη, είναι κυρίως οι άνθρωποι.

* * *
Σ’ αυτήν τη Λάρισα λοιπόν εγκαταστάθηκα οριστικά το 1981 και άρχισα να εργάζομαι ως γιατρός-παθολόγος, αφού, στο μεταξύ, έκανα την υποχρεωτική μου θητεία ως αγροτικός γιατρός στην Οξύνεια Καλαμπάκας (22 μήνες) και τη στρατιωτική μου θητεία ως αξιωματικός του πυροβολικού (30 μήνες). Αυτά τα περίπου 4,5 χρόνια, αν και ήταν μια σοβαρή τροχοπέδη εν γένει στη ζωή μου, υπήρξαν γόνιμα χρόνια με πολλές εμπειρίες, συχνά ευχάριστες και ενίοτε σκληρές, αλλά πάντοτε διαχειρίσιμες καθώς η ορμή και ο ενθουσιασμός της νιότης λειαίνουν όλες τις δύσκολες καταστάσεις. Ειδικά η περίοδος στο Αγροτικό Ιατρείο υπήρξε από τις ομορφότερες της ζωής μου, αφού οι οικονομικές μου απολαβές ήσαν λίαν αξιοπρεπείς και μου χάριζαν μια άνεση, που για πρώτη φορά είχα. Συνέπεσε δε αυτή η περίοδος με μια έντονη πολιτική δράση που μου έδινε τη χαρά της συμμετοχής μου στα Κοινά, η οποία μετά από λίγα χρόνια έγινε πιο ενεργητική και πιο άμεση μέσα από θέσεις άσκησης εξουσίας.

Η πρώτη θέση ήταν αυτή του προέδρου του Δ. Σ. του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας από το 1982 μέχρι το 1985, τρία χρόνια ακριβώς. Η δεύτερη αυτή του προέδρου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Λάρισας – Θεσσαλικό Θέατρο από το 1991 έως το 1992. Και η τρίτη αυτή του Αντιδημάρχου Πολιτισμού και προέδρου του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Λαρισαίων επί Δημαρχίας Αριστείδη Λαμπρούλη από το 1993 μέχρι το 1994. Άλλοι θα κρίνουν πώς άσκησα τα καθήκοντά σ’ αυτές τις θέσεις και το όποιο έργο μου. Εγώ θα μείνω μόνο στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Γραφή από την 1η Ιανουαρίου του 1989. Ήταν μια ιδέα που κουβαλούσα από την εποχή μου βρισκόμουν στην Αθήνα για την ειδίκευσή μου στην παθολογία.

Το 1980 είχε εκδοθεί το πρώτο μου βιβλίο ποίησης και ο δρόμος που θα ακολουθούσα στη λογοτεχνία μού ήταν ήδη σαφής και ορατός. Έτσι, καθώς σκεφτόμουν την επιστροφή μου στη Λάρισα και γνωρίζοντας περίπου το λογοτεχνικό τοπίο της πόλης μού γεννήθηκε η ιδέα για την έκδοση σοβαρού λογοτεχνικού περιοδικού πανελλαδικής εμβέλειας. Κι αυτό έγινε πραγματικότητα χάρις στον τότε Αντιδήμαρχο Πολιτισμού, τον αείμνηστο φίλο και συμμαθητή μου στο Λύκειο Χρήστο Χαλκιά, που έπεισε και τον Δήμαρχο Α. Λαμπρούλη.

Το περιοδικό με τις αλλαγές των Δημάρχων πέρασε και δύσκολες ώρες. Στην πρώτη του όμως περίοδο (1989-1997), με τα 31 τεύχη του πρόλαβε να ριζώσει και να καταξιωθεί ως ένα έγκυρο, επιλεκτικό και καλό περιοδικό στον χώρο της λογοτεχνίας. Η Γραφή άλλαξε τον λογοτεχνικό χάρτη της πόλης, οριοθέτησε την υπεύθυνη και ποιοτική δημιουργία από την «ερασιτεχνική» ενασχόληση που ασκείται σαν ευγενές χόμπυ.

* * *

Το 1989 αποσύρθηκα από την πολιτική ζωή και στο τέλος του 1994 και από την τοπική αυτοδιοίκηση. Στον απολογισμό που έκανα, θεώρησα πως έκανα το προς την πόλη χρέος μου (κατά Θουκυδίδη) και πως άλλοι νεότεροι ή μη ασχοληθέντες θα έπρεπε να κάνουν το δικό τους χρέος. Έχω μεγάλο σεβασμό στους συμπολίτες που ασχολούνται με τα Κοινά, αρκεί να το κάνουν για το κοινό καλό και όχι από ιδιοτέλεια. Από το 1989 ήδη επέστρεψα με μεγαλύτερη δίψα και όρεξη στη λογοτεχνία και κυρίως στην ποίηση. Ασχολήθηκα παράλληλα και με μεταφράσεις ποιητικών έργων από τα αγγλικά, τα γαλλικά και από το 2006 με μεταφράσεις κειμένων της κλασσικής αρχαιότητας. Τα ίδια θα συνεχίσω να κάνω, όσο η υγεία μου κι ο χρόνος θα μου το επιτρέψει. Δεν απλώς ένας τρόπος ζωής, είναι η ζωή μου.

Από την πόλη μου, τους συμπολίτες μου δεν έχω παράπονα. Προσπάθησα «να είμαι χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία», όπως το απαιτεί η ηθική στάση που οφείλουμε να έχουμε απέναντι στους συνανθρώπους μας και όπως με προέτρεπε (και το απαιτούσε από μένα συνεχώς) η μάνα μου. Οι συμπολίτες μου αναγνώρισαν και αναγνωρίζουν την προσπάθειά μου αυτή και στην καθημερινότητά μας μου το δείχνουν ευφρόσυνα. Στην περίπτωσή μου δεν ισχύει το «ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι». Η Λάρισα το ακύρωσε. Και μόνο ευγνώμων μπορώ να της είμαι.

* * *

Οι άνθρωποι στη Λάρισα πάντοτε μου άρεσαν κι ακόμη μου αρέσουν. Γενικότερα μιλώντας, οι παλιοί Λαρισαίοι στέκονται ακόμη όρθιοι, αντιστέκονται, προσπαθούν (και το καταφέρνουν) να δίνουν το «μέτρο» στους ρυθμούς της ζωής, στους τρόπους, στις συμπεριφορές. Αλλά και οι επήλυδες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη μετά το ΄60 έφεραν τον δικό τους δυναμισμό, τη δική τους φρεσκάδα αλλά και τη δική τους αψάδα. Κάθε καρυδιάς καρύδι ενέσκηψε στη Λάρισα από κάθε γωνιά της ελληνικής γης. Η πόλη γνώρισε ίσως το μεγαλύτερο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης.

Αλλά η πόλη ετούτη υπήρξε ανέκαθεν χωνευτήρι ανθρώπων και πολιτισμικών συμπεριφορών. Σαν μια σύγχρονη Αντιόχεια, στεγάζει, συντηρεί και ανέχεται ποικίλους ανθρώπους και ποικίλες συμπεριφορές.

Τη Λάρισα την αγαπώ και είναι αργά-πολύ αργά για μένα «μια πόλις άλλη να βρεθεί καλλίτερη από αυτή». Και φυσικά ούτε που το θέλω.

Από την Πορεία (1980)
ως την Καλημέρα (2018)
ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 41 χρόνων από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Κώστα Λάνταβου, το εξαιρετικό (και από τα ελάχιστα εναπομείναντα) λογοτεχνικό περιοδικό «εμβόλιμον» (τεύχη 91-92) επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση του έργου και της συγγραφικής προσωπικότητας του Λαρισαίου ποιητή, μέσα από την εξομολογητική ματιά είκοσι δύο διακεκριμένων Ελλήνων λογοτεχνών.

Πηγαία και αυθεντική, η προσέγγισή τους στο έργο του Κώστα Λάνταβου, σκιαγραφεί την εξέλιξη της ποιητικής του προσπάθειας, εξυφαίνει την εσωτερικότητα της γραφής του, την τρυφερότητα του λόγου του αλλά και τη συνεισφορά του στην πνευματική άνθηση της Λάρισας, με λόγο τόσο έντονα συγκινησιακό που ακόμη και αν δεν έχεις έρθει σε επαφή με την ποίησή του, σε παροτρύνει να την ανακαλύψεις.
Ο έρωτας, η μοναξιά, οι μεταφυσικές αγωνίες, το Θείο, η αρμονία, η οικουμενικότητα, ο χρόνος, το φως και η σκιά αποτελούν τους δαίμονες και τους λυτρωτές της ποιητικής του τεχνοτροπίας που τόσο επίπονα, ακάματα και διακριτικά καλλιεργεί.

Αξίζει να αναζητήσετε και να διαβάσετε το περιοδικό «εμβόλιμον» (τεύχη 91-92). Θα το βρείτε στο βιβλιοπωλείο Καλτσάς.

Για τον Κώστα Λάνταβο γράφουν οι:
Ορέστης Αλεξάκης: Κώστα Λάνταβου «Η τρυφερότητα του φόβου»
Νάσος Βαγενάς: Μία ανάγνωση της ποίησης του Κώστα Λάνταβου
Νίκος Βαραλής: Κώστας Λάνταβος: Ένας νυκτόβιος συλλέκτης
Δημήτρης Δημηρούλης: Το «λάθως» της ποίησης
Ευσταθία Δήμου: Πτυχές της μνήμης στο ποιητικό έργο του Κώστα Λάνταβου
Βασίλης Ζηλάκος: Το ψηλό βλέμμα του Κώστα Λάνταβου
Γιώργος Ζιάκας: Ο φίλος μου ο Κώστας Λάνταβος
Γιώργος Χ. Θεοχάρης: Το περιοδικό ΓΡΑΦΗ και η διεύθυνσή του από τον Κώστα Λάνταβο.
Αγγελος Καλογερόπουλος: Πραγματεία για τη θνητότητα
Θάνος Κανδυλάς: Ένα ματσάκι ανεμώνες (τσιτσέκια) θεσσαλικού κάμπου
Λίνα Καράμπα: Κώστας Λάνταβος: Ο ποιητής
Ηλίας Κεφαλάς: Ο ποιητής Κώστας Λάνταβος μας «καλημερίζει»
Βασίλης Λαλιώτης: Ενας λυρικός
Μάκης Λαχανάς: Κώστας Λάνταβος
Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου: Κώστας Λάνταβος – Ο ποιητής της περιδίνησης
Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Κώστας Λάνταβος
Γιώργος Μπλάνας: Ο μεταφραστικός δαίμονας του Κώστα Λάνταβου
Κώστας Θ. Ριζάκης: Πατριδαιπόλου
Κώστας Ε. Τσιρόπουλος: Μικρά κείμενα για τον Κώστα Λάνταβο
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: Κώστας Λάνταβος: Η δύναμη του απλού
Ελένη Χωρεάνθη: Από την Πορεία ίσαμε την Καλημέρα Κώστας Λάνταβος Ο ποιητής του μέτρου και της αρμονίας
Θωμάς Ψύρρας: Η ποίηση του Κώστα Λάνταβου: «ήθος ανθρώπω δαίμων».

όλα τα τεύχη
Εξώφυλλο περιοδικού
Διαβάστε τις Θεσσαλικές Επιλογές όπως τυπώνονται
Διάβασέ τα
cosmos epipla larisa sales epipla prosfores
iakentro exvsvmatikh
ΚΛΙΑΦΑ
thessalikes epiloges tilefono diafimisi